σελαηγενέτης
σελαηγενέτης, father of light
σελᾰη-γενέτης, ου, ὁ,
- father of light, of Apollo, AP 9.525.19.
σελαη·γενέτης, ου (ὁ) qui fait naître la lumière, ép. d’Apollon, Anth. 9, 525, 19.
Étym. σέλας, γενέτης.
σελαηγενέτης, ὁ, der Lichterzeuger, Apollo, Hymn. (IX.525.19).
σελαηγενέτης
σελαη-γενέτης, ου, ὁ,
- father of light, Anth.