Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σιττακός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σιτοπονέω
σιτοπονία
σιτοπόνος
σιτοπουέω
σιτοπράτης
σιτοπωλεῖα
σιτοπωλέω
σιτοπώλης
σῖτος
σιτόσπελλος
σιτόσπορος
σιτουργία
σιτουργός
σιτοφαγέω
σιτοφάγος
Σιτοφάγος
σιτοφορέω
σιτοφορικός
σιτοφόρον
σιτοφόρος
σιτοφυλακεῖον
σιτοφύλακες
σιτοφυλακέω
σιτοφυλακία
σιτοφυλάκιον
σιτοφύλαξ
σιτόχροος
σίττα
σιττάκη
Σιττάκη
σιττακός
σίττακος
σίττας
σίττε
σίττη
Σίττιος
σιττύβαι
σιττύβη
σίττυβος
σίττω
Σιτώ
σιτώδης
σίτωμα
σιτών
σιτωνέω
σιτώνη
σιτώνης
σιτώνησις
σιτωνία
σιτωνικόν
Σιτώνιοι
σιτώνιον
Σιφαεύς
Σῖφαι
σιφαῖος
σιφαῖος ἄρτος
σίφαρος
σιφθείριον
σιφλός
σίφλος
σιφλόω
…
σιττακός
Save
LSJ
σιττακός, ὁ,
=
ψιττακός,
Phld.
Po.
2.20,
Arr.
Ind.
15.8: also
σίττας
,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}