σκεύασις
σκεύ-ᾰσις, εως, ἡ,
- = foreg., dub. in Alex. 110.24, LXX Ec. 10.1 (v.l. -ασίαν).
σκεύασις, εως (ἡ) [ᾰ] c. le préc. Alex. (Com. fr. 3, 430).
σκεύασις, ἡ, = σκευασία.