σκιαρός
σκῐᾰρός, ά, όν, v. σκιερός.
σκιαρός, ά, όν [ᾰ] c. σκιερός, Pd. O. 3, 24 et 32 ; Plat. Leg. 625b var.
σκιαρός, schattig, dorisch statt σκιερός ; Pind. φύτευμα, Ol. 3.18 ; σκιαρᾶν παγᾶν, 3.14 ; auch Plat. Legg. I.625b steht ἀνάπαυλαι ἐν τοῖς ὑψηλοῖς δένδρεσίν εἰσι σκιαραί.
σκῐᾰρός
- 1shady Ἴστρου ἀπὸ σκιαρᾶν παγᾶν O. 3.14 αἴτει πανδόκῳ ἄλσει σκιαρόν τε φύτευμα O. 3.18 φοινικορόδοις δʼ ἐνὶ λειμώνεσσι προάστιον αὐτῶν καὶ λιβάνῳ σκιαρὰν καὶ (σκιαρὸν c. uno cod. Plutarchi Bergk: σκιαρᾷ Boeckh: λιβάνων σκιαρᾶν > Snell) Θρ. 7. 4.
σκιαρός
σκιᾰρός, ά, όν
v. σκιερός.