Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σκλήρυνσις
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σκληρολέκτης
σκληροπαγής
σκληροπαίκτης
σκληροποιέω
σκληροποιός
σκληρόπους
σκληροπρόσωπος
σκληροπύρηνος
σκλῆρος
σκληρός
σκληρόσαρκος
σκληρόστομος
σκληρόστρακος
σκληροσώματος
σκληρότηρ
σκληρότης
σκληροτραχηλέω
σκληροτράχηλος
σκληρότριχος
σκληροτυχής
σκληρουργία
σκληρουργός
σκληρουχία
σκληροφθαλμία
σκληρόφθαλμος
σκληροφυής
σκληρόφυλλος
σκληρόχειρ
σκληρόψυχος
σκληρόω
σκλήρυνσις
σκληρυντικός
σκληρύνω
σκλήρυσμα
σκληρυσμός
σκληρώδης
σκλήρωμα
σκληρῶς
σκλήρωσις
σκληφρός
σκλοιός
σκνήφη
σκνιπαῖος
σκνιπολογέω
σκνιπός
σκνιπότης
σκνιποφάγος
σκνίπτω
σκνιφαῖος
σκνιφός
σκνῖφος
σκνιφότης
σκνιφόω
σκνίψ
σκοά
σκοβαδές
Σκόδρα
σκοίδιον
σκοῖδος
σκοίθης
σκοίκιον
…
σκλήρυνσις
Save
Bailly 2024
σκλήρυνσις,
εως.
(
ἡ
)
c.
σκληρυσμός,
Orig.
2, 264 Migne
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}