σκοροδοφαγέω
σκοροδοφαγέω, eat garlic
σκοροδο-φᾰγέω,
- eat garlic, Anon.Lond. 33.54 (σκορδ-), Hsch. s.v. ἐσκοροδισμένος.
σκοροδοφαγέω, knoblauch essen, Hesych.
σκοροδοφαγέω, eat garlic