Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σμικρίζω
σμικρίζω, sift
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σμήνη
σμηνηδόν
σμηνίον
σμηνιών
σμηνοδόκος
σμηνοκόμος
σμῆνον
σμῆνος
Σμῆνος
σμηνουργέομαι
σμηνουργέω
σμηνουργία
σμηνουργός
σμηνών
σμῆξις
σμηρέα
σμηρεύς
σμηρία
σμῆριγξ
σμηρίζω
σμήρινθος
σμῆρις
σμήρισμα
σμηρισμάτιον
σμήχη
σμήχω
σμήω
σμίκρασπις
Σμικρής
σμικρίζεσθαι
σμικρίζω
σμικρίνης
Σμικρίνης
Σμικρίων
σμικρο
σμικρο-
σμικρογνώμων
σμικρογραφέω
σμικρολογέω
σμικρολογία
σμικρολόγος
σμικρομερής
σμικροπρέπεια
σμικρός
Σμῖκρος
σμικρότης
σμικρόφθαλμος
σμικρόφυλλος
σμικρύνω
Σμίκρων
σμικρῶς
Σμικύθης
Σμικυθίων
Σμίκυθος
σμῖλα
σμίλα
Σμίλα
σμιλάκινος
σμιλακτεῖ
σμῖλαξ
σμιλάριον
…
σμικρίζω
Save
σμικρίζω, sift
LSJ
σμικρ-ίζω,
sift
or
bolt very small,
Hsch.
(Pass.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}