Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στέρεσις
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στερέϊνος
στερείς
στερεμνιόομαι
στερέμνιος
στερεμνιόω
στερεμνιώδης
στερεμνίως
στέρεμνος
στερεοβαρής
στερεοβάτης
στερεοβόας
στερεογνώμων
στερεόδερμος
στερεοειδής
στερεοκάρδιος
στερεομετρέω
στερεομέτρης
στερεομετρία
στερεομετρικός
στερεοπαγής
στερεοποιέω
στερεοποίησις
στερεόπους
στερεός
στερεόσαρκος
στερεόστρακος
στερεότης
στερεόφρων
στερεόω
στερέσιμος
στέρεσις
στερέω
στερεώδης
στερέωμα
στερεωματίζω
στερεωπός
στερεῶς
στερέωσις
στερεωτής
στερεωτικός
στέρημα
στερήσιμος
στέρησις
στερητέος
στερητικός
στερητικῶς
στερίζω
στέριπο
στερίσκω
στεριφεύομαι
στεριφνός
στεριφόομαι
στεριφόπεπλος
στεριφοποιέω
στέριφος
στεριφότης
στεριφόω
στερίφωμα
στερκτέον
στερκτικός
στερκτός
…
στέρεσις
Save
LSJ
στέρεσις, εως, ἡ,
= στέρησις 2,
PRev.Laws
54.13 (iii B.C.),
PTeb.
27.75 (ii B.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}