σταδιαδρομέω Save LSJ Bailly 2024 στᾰδιᾱδρομέω, στᾰδια-δρόμος, v. σταδιοδρόμος. σταδιαδρομέω-ῶ [ᾰᾱ] c. σταδιοδρομέω, Dém. 1386, 10. Étym. σταδιαδρόμος.