Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σταθμά
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σταδιαδρόμος
σταδιαῖος
σταδιάρχης
σταδίας
σταδιασμός
σταδιεύς
σταδιευτής
σταδιεύω
σταδίη
σταδινόν
σταδιοδρομέω
σταδιοδρόμης
σταδιοδρόμος
στάδιον
στάδιος
σταδισμός
στάζω
σταθείς
στάθεν
σταθερός
σταθερότης
σταθερῶς
στάθευσις
σταθευτός
σταθεύω
σταθῆναι
σταθηρός
σταθηρότης
στᾶθι
στάθμα
σταθμά
σταθμάομαι
σταθμάω
σταθμεία
σταθμέομαι
σταθμεύω
σταθμέω
στάθμη
σταθμηλάται
στάθμημα
στάθμησις
σταθμητέα
σταθμητικός
σταθμητός
Σταθμία
σταθμίδιον
σταθμίζω
σταθμικός
σταθμίον
στάθμιον
σταθμίς
σταθμιστής
σταθμιστί
σταθμιστικός
Σταθμίτας
Σταθμίτας οἶνος
σταθμοδοσία
σταθμοδοτέω
σταθμοδότης
σταθμόν
σταθμόνδε
…
σταθμά
Save
Grieks Nederlands
σταθμά
plur.
van
σταθμόν
of plur. heterocl. n. van
σταθμός.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}