στενοχωρής Save LSJ Bailly 2024 Pape στενοχωρ-ής, ές, = στενόχωρος, Arist. GA 755a27. στενο·χωρής, ής, ές, c. στενόχωρος, Arstt. G.A. 3, 4, 5. στενοχωρής, ές, = στενόχωρος, Arist. gen.an. 3.4.