στιλβόω Save LSJ Bailly 2024 Pape στιλβ-όω, = στιλπνόω, LXX Ps. 7.13, Dsc. 1.84,5.154. στιλβόω-ῶ, faire briller, Diosc. 5, 173 ; Spt. Ps. 7, 13. Étym. στιλβός. στιλβόω, = στιλπνόω, Suhl. u. Sp.