συγγραμματοφύλαξ
συγγραμματοφύλαξ, keeper of books
συγ-γραμμᾰτοφύλαξ [ῠ], ᾰκος, ὁ,
- keeper of books, Sch. Luc. Apol. 2, Suid. s.v. ῥῆτραι.
συγγραμματοφύλαξ, ακος, ὁ, Schriftbewahrer, bei Suid. Erkl. von ῥητροφύλαξ.