Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συγκατέδομαι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συγκατασύρω
συγκατασφάζω
συγκατασχηματίζομαι
συγκατασχηματίζω
συγκατασχίζω
συγκατατάσσω
συγκατατάττω
συγκατατεθειμένως
συγκατατείνω
συγκατατήκομαι
συγκατατήκω
συγκατατίθημι
συγκατατρέχω
συγκατατρίβω
συγκατατρώγω
συγκαταφαγεῖν
συγκαταφέρω
συγκαταφεύγω
συγκαταφθείρω
συγκαταφλέγω
συγκαταφονεύω
συγκαταφρονέω
συγκατάφυρτος
συγκαταχράομαι
συγκαταχώννυμι
συγκαταχωρίζω
συγκαταψεύδομαι
συγκαταψηφίζομαι
συγκαταψηφίζω
συγκαταψύχω
συγκατέδομαι
συγκατέδω
συγκάτειμι
συγκατείργω
συγκατεξανίσταμαι
συγκατεξανίστημι
συγκατεπείγω
συγκατεργάζομαι
συγκατέρχομαι
συγκατεσθίω
συγκατευθύνω
συγκατεύχομαι
συγκατέχω
συγκατηγορέω
συγκατηγόρημα
συγκατηγορηματικός
συγκατηγόρησις
συγκατήγορος
συγκάτημαι
συγκατηρεφής
συγκατοικέω
συγκατοικία
συγκατοικίζω
συγκατοικτίζομαι
συγκατοικτίζω
συγκατολισθαίνω
συγκατολισθάνω
συγκατορθόω
συγκατορύσσω
συγκατορύττω
συγκάττυσις
…
συγκατέδομαι
Save
LSJ
συγκατ-έδομαι, fut. of
συγκατεσθίω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}