συγκατασκάπτης
συγκατασκάπτης, joint-destroyer
συγκατα-σκάπτης, ου, ὁ,
- joint-destroyer, Lyc. 222.
συγκατασκάπτης, ου (ὁ) qui ruine de fond en comble, dévastateur, Lyc. 222.
Étym. συγκατασκάπτω.
συγκατασκάπτης, ὁ, der Mitzerstörer, Lycophr. 222.