Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συγκαττυστής
συγκαττυστής, concinnator
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συγκατέδω
συγκάτειμι
συγκατείργω
συγκατεξανίσταμαι
συγκατεξανίστημι
συγκατεπείγω
συγκατεργάζομαι
συγκατέρχομαι
συγκατεσθίω
συγκατευθύνω
συγκατεύχομαι
συγκατέχω
συγκατηγορέω
συγκατηγόρημα
συγκατηγορηματικός
συγκατηγόρησις
συγκατήγορος
συγκάτημαι
συγκατηρεφής
συγκατοικέω
συγκατοικία
συγκατοικίζω
συγκατοικτίζομαι
συγκατοικτίζω
συγκατολισθαίνω
συγκατολισθάνω
συγκατορθόω
συγκατορύσσω
συγκατορύττω
συγκάττυσις
συγκαττυστής
συγκαττύω
σύγκαυσις
συγκαχρύω
συγκάω
συγκέας
σύγκειμαι
συγκειμένως
συγκέκλημαι
συγκέκλῃμαι
συγκεκομμένως
συγκεκραμένως
συγκεκροτημένως
συγκελαρύζω
συγκελεύω
συγκελλάριος
συγκέλλω
συγκενόω
συγκεντέω
συγκεντρογραφέω
συγκέντρωσις
συγκεράννυμι
συγκεραννύω
συγκέρασμα
συγκερασμός
συγκεραστός
συγκερατίζομαι
συγκεραυνόω
συγκεράω
συγκερκίζω
συγκεφαλαιόω
…
συγκαττυστής
Save
συγκαττυστής, concinnator
LSJ
συγκαττ-υστής, οῦ, ὁ,
=
concinnator,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}