συγκρουσμός
συγ-κρουσμός, ὁ,
- = foreg. [σύγκρουσις], νεῶν Plu. Marc. 16; νεφῶν Placit. 3.3.12, cf. Simp. in Cael. 470.3; ὅπλων LXX 1 Ma. 6.41; πόλεμος καὶ συγκρουσμοί Nech. in Cat.Cod.Astr. 7.148.
συγκρουσμός, οῦ (ὁ) c. le préc. Plut. Marc. 16, M. 893e, etc.
συγκρουσμός, ὁ, = σύγκρουσις, Plut. Marcell. 16.