About Report a problem

Menu

συκοφαντώδης

συκοφαντώδης, typical of a συκοφάντης, blackmailing

σῡκοφαντ-ώδης, ες,
  • = συκοφαντικὸς δίκη Lys. Fr. 1.1 (Comp.); κρίσεις D.S. 15.40; κατηγορία Mitteis Chr. 68.19 (i A.D.); οἱ Ἀττικοὶ σ. Dicaearch. 1.4.

Saved

Recent