συλήτωρ
συλήτωρ, plunderer
σῡλ-ήτωρ, ορος, ὁ,
- plunderer, A. Supp. 927, Nonn. D. 24.306.
συλήτωρ, ορος (ὁ) [ῡ] qui dépouille, spoliateur, Eschl. Suppl. 927 ; Nonn. D. 24, 306.
Étym. συλάω.
συλήτωρ, [ῡ], ορος, ὁ, = συλήτης, θεῶν συλήτορας Aesch. Suppl. 905.