συνανθρωπίζω
συνανθρωπ-ίζω,
- = συνανθρωπεύομαι, Arist. HA 488b3; τὸ -ίζον καὶ οἰκουρόν Ath. 13.611c.
συν·ανθρωπίζω :
1 être sociable, Cléarq. (Ath. 611c) ||
2 être apprivoisé, Arstt. H.A. 1, 1, 30.
συνανθρωπίζω, = συνανθρωπεύομαι, ζῷα συνανθρωπίζοντα, Haustiere, Arist. H.A. 1.1 ; vgl. Clearch. bei Ath. 611c.