συνδιακτορέω
συνδιακτορέω, join in conducting
συνδῐακτορ-έω,
- join in conducting, Ἑρμῆς ταῦτα σ. Timocl. 1 D. (-κτονει Pap., -κονεῖ Koerte).
συνδιακτορέω, join in conducting