συνθηματιαῖος
συνθηματιαῖος, agreed on, bespoken
συνθημᾰτ-ιαῖος, α, ον,
- agreed on, bespoken, στέφανοι Ar. Th. 458.
συνθηματιαῖος, α, ον [ᾰ] convenu d’avance, Ar. Th. 458 ; Ath. 680c.
Étym. σύνθημα.
συνθηματιαῖος, verabredet ; στέφανοι, Ar. Thesm. 458, Schol. οὓς ἡμεῖς συνεκδοτικοὺς λέγομεν, bestellt, vgl. Ath. XV.680c ; nach Poll. 7.200 τοὺς ἠργολαβημένους, = dem spätern ἐκδόσιμος.