σχεδουργός
σχεδουργός, riddle-maker
σχεδουργός, ὁ,
- riddle-maker, Tz. H. 11.575 (pl.): also σχεδουργικοὶ λαβύρινθοι Prov. ib. § 379 tit.
σχεδουργός, riddle-maker