Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σύνδερμον
σύνδερμον, a common hide
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συνδαίτωρ
συνδαίω
συνδάκνω
συνδακρύω
συνδαμάω
συνδαμιοργός
συνδάμναμαι
συνδάμνημι
συνδανείζομαι
συνδαπανάω
συνδασύνω
συνδαυχναφόρος
συνδεαίνω
συνδεδεμένως
συνδέδια
συνδέδοικα
συνδείδω
συνδείκνυμι
συνδεινόω
συνδειπνέω
συνδείπνιον
σύνδειπνον
σύνδειπνος
συνδεκαδίζω
συνδεκάζω
συνδεκατεύω
συνδενδρία
συνδενδρόομαι
σύνδενδρος
συνδέομαι
σύνδερμον
σύνδερμος
σύνδεσις
σύνδεσμα
συνδεσμεύω
συνδεσμέω
συνδεσμικός
συνδέσμιος
συνδεσμοειδής
σύνδεσμος
συνδεσμώτης
συνδεσποτεία
συνδεσποτεύω
συνδετέος
συνδέτης
συνδετικός
σύνδετος
συνδεύω
συνδέχομαι
συνδέω
σύνδηλος
συνδηλόω
συνδημαγωγέω
συνδημιουργέω
συνδημιουργός
συνδημότης
συνδῃόω
συνδιαβαίνω
συνδιαβάλλω
συνδιαβαπτίζομαι
συνδιαβαστάζω
…
σύνδερμον
Save
σύνδερμον, a common hide
LSJ
σύνδερμον, τό,
a common hide,
Tz.
ad
Lyc.
88.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}