σᾶτες Save LSJ Bailly 2024 Pape σᾶτες, v. σῆτες. σατήοραι· σκαφαὶ βοτρύων, Hsch. σᾶτες ou σατές, v. σῆτες, τῆτες. σᾶτες, od. σᾱτές, dor. u. äol. statt σῆτες = τῆτες, heuer, in diesem Jahre, VLL.