τατάομαι Save LSJ Grieks Nederlands Slater Pindar τᾱτάομαι, Dor. for τητάομαι. τατάομαι Dor. voor τητάομαι. τᾱτάομαι 1be deprived of c. gen. “οἴχεται τιμὰ φίλων τατωμένῳ φωτί” N. 10.78