ταυροδέτης
ταυροδέτης, bull-binder
ταυρο-δέτης, ου, ὁ,
- bull-binder, in fem. ταυρο-δέτις, ιδος, βύρσα AP 6.41 (Agath.).
ταυροδέτης, ὁ, den Stier bindend (?).
ταυροδέτης
ταυρο-δέτης, ου, ὁ,
δέω
- bull-binder, in fem. -δέτις, ιδος, Anth.