τενθρηνώδης Save Bailly 2024 Pape τενθρηνώδης, ης, ες, c. le préc. Hpc. 916, 1 ; Plut. M. 721e. Étym. τενθρήνη, -ωδης. τενθρηνώδης, ες, = τενθρηνιώδης ; Hippocr.; Plut. Symp. 8.3 mit σαθρόν u. πολύκενον vrbdn.