τετραποδητί
τετραποδητί, on all fours
τετρᾰποδ-ητί, Adv.
- on all fours, Plb. 5.60.7.
τετραποδητί [ᾰ] adv. c. τετραποδηδόν, Pol. 5, 60, 7.
τετραποδητί, adv., auf vier Füßen, Pol. 5.60.7.
τετραποδητί, on all fours