τηνεσμός Save LSJ Bailly 2024 Pape τηνεσμός, ὁ, f.l. for τεινεσμός in Nic. Al. 382, Hsch. τηνεσμός, οῦ (ὁ) c. τεινεσμός, Nic. Al. 382. τηνεσμός, ὁ, f.l. für τεινεσμός.