τιβήν
τιβήν, ῆνος, ὁ,
- = τρίπους, Lyc. 1104:—also τίβηνος· λέβης, τρίπους, Hsch.
τιβήν, ῆνος (ὁ) trépied, Lyc. 1104.
τιβήν, ῆνος, ὁ, = τρίπους, Dreifuß, Lycophr. 1104, wird von τρίς u. βαίνω abgeleitet, vgl. Lobeck Parall. 138.