τιθασευτικός
τιθασευτικός, easy to tame
τῐθᾰσ-ευτικός, ή, όν,
- easy to tame, ἐλέφας Arist. HA 488b22.
τιθασευτικός, ή, όν [ῐᾱ] qu’on peut apprivoiser, Arstt. H.A. 1, 1, 33.
Étym. τιθασεύω.
τιθασευτικός, zum Zähmen geschickt, geeignet, Arist. H.A. 1.1.