τιμουχέω
τιμουχέω, to be a τιμοῦχος II
τῑμουχ-έω,
- to be a τιμοῦχος II, SIG 38.29 (Teos, v B.C., written τιμοχ-).
τιμουχέω, [ῑ], ein τιμοῦχος sein, Inscr.
τιμουχέω, to be a τιμοῦχος II