τιτθίδιον Save LSJ Bailly 2024 τιτθ-ίδιον [θῑ], τό, = τιτθίον, Ar. Fr. 325 (Brunck τὰ τιτθία). τιτθίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] c. le suiv. Ar. (Poll. 7, 66).