τουτάκι
τουτάκι, at this time
τουτάκι [ᾰῐ] c. le suiv. Pd. P. 4, 49 ; Call. Jov. 44.
τουτάκι, p. = τουτάκις.
τουτᾰκι, (ς)
- 1at this time (sc. that I have indicated.) “τουτάκι δʼ οἰοπόλος δαίμων ἐπῆλθεν” P. 4.28 καὶ ἐν ἀλλοδαπαῖς σπέρμʼ ἀρούραις τουτάκις ὑμετέρας ἀκτῖνος ὄλβου δέξατο μοιρίδιον P. 4.255 Λαπιθᾶν ὑπερόπλων τουτάκις ἦν βασιλεύς P. 9.14 τουτάκι πεξαμένας fr. 320. τουτά[ (τουτάκι vel τοῦτʼ ἄρα Lobel.) fr. 169. 43.