τραγῳδοποιητής Save τραγῳδοποιητής, tragic poet LSJ Pape τρᾰγῳδο-ποιητής, οῦ, ὁ, tragic poet, Sch. Ar. Ra. 941. τραγῳδοποιητής, ὁ, = τραγῳδοποιός, Suid.