τριηκόσιοι
τριηκόσιοι, three hundred
τριηκόσιοι, v. τριακόσιοι.
τριηκόσιοι, ep. u. ion. statt τριακόσιοι, Hom. u. Hes.
τριηκόσιοι
( τριηκόσια Il. 11.697)
[τρι-, τρεῖς.]
Three hundred Od. 13.390, Od. 21.19.7mdash;Absol. : κρινάμενος τριηκόσια Il. 11.697.
With another numeral : τριηκόσιοί τε καὶ ἑξήκοντα Od. 14.20.
τριηκόσιοι : three hundred.