τριμίτινος Save LSJ Bailly 2024 Pape τρῐμῐτ-ῐνος, η, ον, = τρίμιτος 1, A. Fr. 365, Crates Com. 34. τριμίτινος, η, ον [ῐῐῐ] c. le suiv. Eschl. fr. 331 ; Cratès (Poll. 7, 92). τριμίτινος, = τρίμιτος ; ὑφάσματα, Aesch. frg. 330 bei Poll. 7.76.