τυροποιός
τυροποιός, cheese-maker
τῡροποι-ός, ὁ,
- cheese-maker, J. BJ 5.4.1, Gal. 4.632.
τυρο·ποιός, οῦ (ὁ) [ῡ] qui fait des fromages, Gal. 4, 632 ; Jos. B.J. 5, 4, 1.
Étym. τυρός, ποιέω.
τυροποιός, [ῡ], Käse machend, bereitend, Sp.