Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φάλυρα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Φάλιος
φαλίπτει
φαλίς
Φάλις
Φαλίσκοι
φάλκη
φάλκης
Φάλκης
φαλκίδιον
φάλκις
φαλλαγωγεῖον
φαλλαγώγια
φαλλαγωγία
φάλλαινα
φάλλη
Φαλλήν
φάλληνος
φαλληφορέω
Φαλληφόρια
φαλληφόρια
φαλληφόρος
φαλλικός
φαλλοβατέω
φαλλοβάτης
φαλλός
φαλλοφορέω
φαλλοφόρος
φαλός
φάλος
φαλύγματα
φάλυρα
φαλύσσεται
φαλωτός
φάμα
φαμάξαι
φάμεν
φαμέν
Φαμενός
φάμενος
Φαμενώθ
Φαμένωθ
Φαμένωφ
φαμί
φαμίζω
φαμιλία
φαμιλιαρικός
φαμιλιάριος
φαμιλιαρίς
φαμιστός
φαμμάστρια
φάν
Φαναγόρας
Φαναγόρεια
φάναι
Φάναι
Φαναί
φαναῖος
φάναξ
φαναός
φανάπτης
φανάριον
…
φάλυρα
Save
LSJ
φάλυρα [φᾰ], τά,
= λάφυρα (q.v.),
SIG
56.9 (Argos, v B. C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}