φαρετρεών
φαρετρεών, quiver
φᾰρετρ-εών, ῶνος, ὁ, = foreg., Hdt. 1.216, 2.141, 7.61.
φαρετρεών, ῶνος (ὁ) [ᾰ] ion. c. le préc. Hdt. 1, 216 ; 2, 141 ; 7, 61.
φαρετρεών, ῶνος, ὁ, = φαρέτρα, Her. 1.216, 2.141, 7.61.
φαρετρεών
φᾰρετρεών, ῶνος, ὁ,
= φαρέτρα, Hdt.