φελλόπους
φελλόπους, cork-footed
φελλόπους, ὁ, ἡ, πουν, τό, gen. ποδος,
- cork-footed, Luc. VH 2.4.
φελλόπους, ουν, gen. ποδος, korkfüßig, Luc. V.H. 2.4.
φελλόπους
φελλό-πους,
- cork-footed, Luc.