φιλαγωνιστικός Save LSJ Pape φῐλ-ᾰγωνιστικός, ή, όν, = foreg. Sch. Pi. I. 4.47. φιλαγωνιστικός, ή, όν, = φιλάγων, Schol. Pind. I. 4.47.