φιλογεωμέτρης
φιλογεωμέτρης, fond of geometry
φῐλο-γεωμέτρης, ου, ὁ,
- fond of geometry, Ptol. Tetr. 163.
φιλο·γεωμέτρης, ου (ὁ) [ῐ] qui aime la géométrie, Ptol. Tetr. 163.
Étym. φ. γεωμετρία.
φιλογεωμέτρης, ὁ, die Geometrie liebend, Ptolem.