Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φόρκες
φόρκες, furcae
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φορειοφόρος
φόρεμα
φορεσία
φόρεσις
φορέσκω
φορεσσακής
φορετρίζω
φόρετρον
φορεύς
φορεύω
φορέω
φορηδόν
φόρημα
φορήμεναι
φόρημι
φόρησις
φορητέον
φορητέος
φορητικός
φορητός
φορί
φόριγγες
φορίη
φορικός
φόριμος
φορίνη
φορινόομαι
φορινόω
φόριον
φορίς
φόρκες
Φορκίδες
φορκιδόω
φορκόν
Φόρκος
φορκός
Φόρκυν
Φόρκυνος
Φόρκυνος λιμήν
Φόρκυς
φορμαλεία
φορμηδόν
Φορμιανός
φορμιγκτάς
φορμιγκτής
φόρμιγξ
Φορμίδης
φορμίδιον
φορμίζω
φορμικτάς
φορμικτήρ
φορμικτής
φορμικτός
φορμίον
φορμίς
Φορμίσιος
φορμίσκιον
φορμίσκος
Φορμίων
φορμοκοιτέω
φορμοραφέω
…
φόρκες
Save
φόρκες, furcae
LSJ
φόρκες, αἱ,
= Lat.
furcae,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}