χλίδος
χλῐδ-ος, εος, τό,
- = χλίδημα, Ion Trag. 3.
- 2 v. χλῆδος.
- II χλιδός· σακκοπάθνιον, Hsch.
χλίδος, εος-ους (τὸ) [ῐ] c. le préc. Ion.
Étym. Hsch.
χλίδος, od. χλιδός, ὁ, = χληδός.
χλίδος ², od. χλῖδος, εος, τό, = χλιδή.