About Report a problem

Menu

χοινίκη

χοινίκ-η [ῐ], ἡ,
  • = τοῦ τροχοῦ ἐν ᾧ στρέφεται ὁ ἄξων, Hsch. (s. v.l.; cf. χοινικίς I).

Saved

Recent