χοιροδέλφαξ
χοιροδέλφαξ, very young pig
χοιρο-δέλφαξ, ᾰκος, ὁ, ἡ,
- very young pig, PCair.Zen. 274 (iii B. C.), Sammelb. 7469.5 (ii A. D.).
χοιροδέλφαξ, very young pig