χονδροποιητικός
χονδροποιητικός, of making cartilage
χονδρο-ποιητικός, ή, όν,
- of making cartilage, δύναμις Gal. Nat.Fac. 1.6.
χονδρο·ποιητικός, ή, όν, propre à former un cartilage, Gal. 2, 13.
Étym. χόνδρος, ποιέω.