χρῆος Save LSJ Bailly 2024 Pape χρῆος, τό, Dor. for χρέος. χρῆος, d’où dat. pl. χρήεσσι, v. χρέος. χρῆος, τό, ep. statt χρέος ; Maneth. 2.309 v.l. für χρεῖος ; χρήεσσι Ap.Rh. 3.1198.